Παρανέστι: Πηγή χρωμάτων

Παρανέστι: Πηγή χρωμάτων

Ξεχνάς τα χωριά. Παρθένα δάση μόνο σκέφτεσαι, καταρράκτες, υψίπεδα, χαράδρες· τα πολύτιμα οικοσυστήματα μπαίνουν στον χάρτη, τα αναγνωρισμένα μνημεία της φύσης, τα σπουδαιότερα της Ελλάδας και των Βαλκανίων.

Νερά τρέχουν, κάνουν λίμνες, σκαλίζουν ανάγλυφα. Σχηματίζουν καταρράκτες, φυλακίζονται σε φράγματα. Νερά του Νέστου που αγκαλιάζουν τη Ροδόπη, ορίζουν δάση, φράζουν περάσματα. Νερά που βαλτώνουν, ποτίζουν λιβάδια, αναβλύζουν ζωή.

Ανάμεσά τους μια μικρή πόλη παίρνει το όνομά της από την ιδανική της θέση στην πιο παρθένα διαδρομή, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Δράμας!

 

Παρανέστι: ο τελευταίος προορισμός του ταξιδιού

Για άλλους, η αφετηρία. Στις παρυφές της προικισμένης ενδοχώρας, ο ανατολικότερος οικισμός του νομού είναι συνώνυμος μιας πραγματικής φυσιολατρικής εμπειρίας.

Στις δυτικές πλαγιές της Κεντρικής Ροδόπης ξετυλίγεται, στο μεγαλύτερο μέρος της είναι καλυμμένη με δάση, ακουμπισμένη σε ρέματα, καβάλα σε μονότοξα γεφύρια.

Οι εξορμήσεις σε τούτα τα μέρη επιβάλλουν τετρακίνηση, οι δασικοί δρόμοι αποτελούν τη μοναδική δίοδο και έτσι χαράζεις πορεία, παράλληλα με ορμητικούς χειμάρρους που διακλαδίζονται, σμιλεύουν τις πέτρες, κάνουν πανηγυρικές «εξόδους» από δεκάδες μέτρα ψηλά.

 

«Ο παράδεισος των περιπατητών»

 

Από τις λίγες φορές που η συγκεκριμένη φράση δεν υπερβάλλει. Και των μαραθωνοδρόμων! Ο θεσμός του Υπερμαραθώνιου Παρθένου Δάσους Παρανεστίου (μήκους 110χλμ.) αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους αγώνες βουνού της χώρας.

Αγγίζει βέβαια και το σπουδαιότερο δασικό σύμπλεγμα της χώρας. Φρακτό, «Ζαγκραντένια», «φραγμένος τόπος» στα σλαβικά – φραγμένος από βουνά. Παράδεισος άγριας ζωής, από τα σημαντικότερα της Ευρώπης, από εδώ μόνο προσεγγίζεται, τον βρίσκεις στο τέρμα ενός πολύχρωμου κόσμου.

Εκεί που «σώνεται» η άσφαλτος πετρόχτιστα αγροτόσπιτα κρεμιούνται στα βράχια, κάποια κατοικούνται, κάποια μένουν κλειδωμένα για μήνες, λειτουργούν περισσότερο ως κτηνοτροφικοί συνοικισμοί.

Οι επιδοτήσεις καθορίζουν τις ενασχολήσεις των ντόπιων και όπως γρήγορα διαπιστώνεις βρίσκεσαι στην επικράτεια της υλοτομίας και της κτηνοτροφικής παραγωγής.

Γελάδια, νερά, πυκνά δάση-ελάχιστοι άνθρωποι. Οι θεματοφύλακες της παράδοση, οι τελευταίοι των οικισμών που ερημώνουν, που έχουν μάθει να ζουν στην απομόνωση, έχουν προετοιμαστεί για την παγωνιά.

Αρνούνται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και δεν τους αδικείς. Η παρανέστια γη είναι αλήθεια μια πλάση ονειρεμένη.

 

Θαύματα του νερού

Πίσω σου σβήνουν τα αρχοντόσπιτα του Νικηφόρου – ο λόφος με τα ερείπια της Ακρόπολης του Πλατανιά. Ο αρχαιολογικός θησαυρός που απομένει αποκαλύπτει χνάρια προϊστορικής κατοίκησης.

Από τότε ελέγχονταν τα υδάτινα περάσματα· οι εκβολές του Νέστου, η εύφορη κοιλάδα. Ένα θέαμα που στα αλήθεια δεν καταφέρνεις να απολαύσεις, η πρωινή ομίχλη αποκαλύπτει όσα αυτή θέλει, αναγκάζει όλες τις αισθήσεις σε λειτουργία – κλείνεις τα μάτια, μονάχα ακούς.

Ο ήχος των υδάτων αντιβουίζει στο Παρανέστι. Βρίσκεσαι πλάι στον σιδηροδρομικό σταθμό του 19ου αι., στο πιο κεντρικό σημείο του, δίπλα στο περίπτερο, μπροστά στην πιάτσα ταξί, εκεί όπου γίνονται όλα.

Στα στοιχισμένα καφενεία με τα μοιρασμένα, στις όχθες του δρόμου, τραπεζάκια (να κοιτιούνται οι θαμώνες, να παρατηρούν και όποιον περνά…).

Από το βασίλειο του Νέστου, στις πλαγιές της Ροδόπης. Μεγάλο το ταξίδι που βάζεις στο πρόγραμμα. Η πρώτη γνωριμία γίνεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, μια εξοικείωση με το φυσικό περιβάλλον, τη γεωλογία, τη χλωρίδα και την πανίδα, τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν μετά από αιώνες συμβίωσης ανάμεσα σε άνθρωπο και γη. Και ενεργειακές σχέσεις.

Τα φράγματα και οι τεχνητές λίμνες που πλημμυρίζουν την κοιλάδα πλάθουν τοπία άξια θαυμασμού.

Τα δύο γιγάντια υδροηλεκτρικά έργα δαμάζουν τα νερά στα βορειοδυτικά σου. Στη σειρά τα βλέπεις· Πλατανόβρυσης και Θησαυρού, παρεμβάλλονται δραματικά στο υγρό υπερθέαμα που χαράζει μαιάνδρους. Και τα δύο σε λειτουργία από την περίοδο 1998-99, αποδίδουν ετήσια ισχύ 240 GWh και 440 GWh αντίστοιχα, αποτελώντας τα μόνα οικοδομήματα σε μια τεράστια διαδρομή.

Κολοσσιαία η ανθρώπινη παρέμβαση στο φράγμα Θησαυρού, το υψηλότερο και μεγαλύτερο σε όγκο χωμάτινο φράγμα που κατασκευάστηκε ποτέ σε Ελλάδα και Βαλκάνια.

Στη «στέψη» του στέκεσαι, 175 μ. ψηλότερα από αμέτρητους τόνους πέτρας, μικροσκοπικός σε σχέση με τα γύρω σου, θυμάσαι νούμερα. Η επιφάνεια της λίμνης που δημιουργείται αγγίζει τα 18 τ.χλμ. Ο ταμιευτήρας του είναι ωφέλιμης χωρητικότητας 565 εκατ. κ.μ. …

Ανεβαίνεις τον χωματόδρομο, τον λόφο προς τα ερείπια Συκίδιων και Μιλήτου, ώσπου η ανθρώπινη παρουσία μικραίνει σε κλίμακα, το μπλε φιδογυρίζει σε ένα απέραντο πράσινο, η μεγαλοπρέπεια του Νέστου και πάλι εντυπωσιάζει. Εδώ μένεις για λίγο. Ανασαίνεις για λίγο. Ξανά, όλα είναι ανέγγιχτα.

 

Κυνηγοί καταρρακτών

Διαδρομή Νο2.: Ανεφοδιασμός και στάση στη σιδερένια γέφυρα του Θόλου. Περνάς απέναντι, στη βόρεια όχθη του Αρκουδόρεματος, πάνω από την «Τρύπια Πέτρα» που σκάβει ο παραπόταμος του Νέστου.

Ολοένα σκαρφαλώνεις, η βλάστηση οργιάζει, απλά βράχια θυμίζουν φυσικά γλυπτά. Μια παράκαμψη μόνο, 6χλμ., στην Πρασινάδα, στο χωριό των Ποντίων που έβγαζε κάρβουνο, παλιά κάπνιζε όλο το βουνό. Κάποτε μετρούσε 350 κατοίκους, τώρα 35 Πρασιναδιώτες συνιστούν οικισμό.

Μια χωριανή μαζεύει τις τελευταίες φασουλόβεργες, μια άλλη γεμίζει τις χούφτες σου με μήλα, σου χαρίζει και ένα μπουκέτο λουλούδια από τον κήπο της, να ευωδιάζει όλη η διαδρομή.

Απέναντι από τα κεραμοσκέπαστα σπίτια, το μετέωρο μοναστήρι Μεταμορφώσεως του Σωτήρος χτίστηκε λέει στη θέση παλαιότερου βυζαντινού ναού, μα δεν είναι αυτό το σημαντικό της ιστορίας.

Ο πάτερ Ανατόλιος του δίνει ζωή, αυτός και οι προοδευτικές του ιδέες, η εγκάρδια φιλοξενία που κρύβεται σε ένα φλιτζάνι καφέ, στα κομμένα φρούτα απ’ το μποστάνι, όταν ξεχνάς την πείνα σου τρώγοντας φρυγανιές.

Και αυτή του η θέα στην Πρασινάδα, στα απίθανα δρυοδάση που τη φυλακίζουν από όλες τις μεριές και η μαγική στιγμή, όταν ανοίγουν τα σύννεφα, όταν ο ήλιος τη φωταγωγεί, μόνο για σένα.

Πίσω ελίσσεσαι, αγκαλιά με τις χαράδρες και τη συνεχή ροή. Στη βάση του πιο εύκολα προσβάσιμου καταρράκτη της Αγίας Βαρβάρας «βουτάς» στη λίμνη που σχηματίζεται, και τριγύρω οι ρίζες πρασινίζουν, τα σκλήθρα και οι ιτιές δίνουν «τα χέρια», πιάνονται, να μείνουν όρθια, γερά.

Ιδανικός χώρος για αναψυχή, είναι ο πιο τουριστικός, μα δεν απογοητεύει. 300 μ. περπάτημα και μετά τσαλαβούτημα και ξεκούραση σε ξύλινους πάγκους.

Συνεχίζεις προς τα Διπόταμα. Εκεί όπου συναντιούνται δύο ρέματα. Εκεί όπου μέχρι το ’60 υπήρχε αληθινός οικισμός. Τώρα, πέντε σπίτια όλα κι όλα, βουλιάζουν από μέσα προς τα έξω, άλλα στέκουν κλειδωμένα, «ανοίγουν» επιλεκτικά κάθε (κτηνοτροφική) σεζόν.

Κοντά στα ερείπια της Ποταμιάς οι ταμπέλες δείχνουν τον δρόμο για μία από τις αρκετές «θολωτές γέφυρες βυζαντινού τύπου» που ενώνουν με τα τόξα τους ρημαγμένα χωριά. Λίγα μέτρα παραπέρα, ένα ξωκλήσι «χειροποίητο» αφιερώνεται στο Άγιο Πνεύμα, φτιαγμένο από δύο δίδυμα αδέλφια «προς δόξαν και τιμήν Θεού».

Η λαϊκή αρχιτεκτονική σε όλο της το μεγαλείο· ποταμίσιες πέτρες η μια πάνω στην άλλη, κάποιες χαραγμένες με το καλέμι, άλλες ζωγραφισμένες σε κάδρα και μια ταμπέλα «παρακαλώ μην αφήνετε χρήματα».

Βορειότερα, στην επικράτεια του Δάσους Λεπίδα, ο ομώνυμος καταρράκτης φανερώνεται μετά από 700 μ. καθόδου μέσα σε ένα τοπίο καμωμένο από οξιές και βελανιδιές. Το μονοπάτι είναι περισσότερο απότομο, παρ’ όλα αυτά με ευκολία κατεβαίνεις έως τα βράχια και τους υδάτινους πίδακες του ρέματος Τσουκάλι.

Εναλλακτικά έχεις τη δυνατότητα να συνεχίσεις ανατολικά για περίπου 10χλμ., έως το Μεγάλο Λιβάδι, το 1.350 μ. οροπέδιο πεύκης κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Να χαθείς αποκλείεται.

Το πιθανότερο είναι να κολλήσεις σε κάποια λακκούβα. Ο ασφαλτόδρομος είναι ένας και από εκεί περιφέρεσαι, όπου σε βολεύει, επιλέγεις κατεύθυνση, δεξιά ή αριστερά.

Πίσω στο σημείο όπου ενώνονται Αρκουδόρεμα και Τσουκάλι αναζητάς τον μεγαλύτερο καταρράκτη της περιοχής, ονόματι Τραχωνίου (ή Λειβαδίτη).

Τοποθετημένος στα σύνορα Δράμας – Ξάνθης είναι προσβάσιμος και από τις δύο πλευρές, αλλά από τη μεριά της Θράκης έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα κατά πολύ μεγαλύτερο πεζοπορικό μονοπάτι.

Στη συγκεκριμένη διαδρομή καλύπτεις με 4Χ4 7χλμ.δύσβατου (δραμινού) χωματόδρομου, ενώ βαδίζεις τα τελευταία 300 μ. περιστοιχισμένος από χρυσοκόκκινες οξιές.

Η υγρασία ποτίζει το χώμα και από τη σχισμή ενός υπέρμετρου βράχου χύνεται το 40 μ. ύψους θαύμα της φύσης, ο εντυπωσιακότερος καταρράκτης της Ροδόπης, το καταχείμωνο παγωμένος, να φτιάχνει στις βουλές του αέρα κρυστάλλινα γλυπτά.

 

Τέρμα σύνορα

Πίσω όπως γύρισες, μια στάση μόνο στο Τραχώνι. Τον οικισμό που δεν φαίνεται, που δεν… ακούγεται, που έχει μόνο μία εκκλησιά. 60 οικογένειες ζούσαν εδώ πριν από τον πόλεμο. Σήμερα μόνο δύο κάτοικοι έχουν απομείνει και χαμογελαστοί φωνάζουν να σε γνωρίσουν.

Ο Βασίλης Κουτελίδης και η σύζυγός του Ευδοξία πέρασαν στην εσχατιά της Ελλάδας όλη τους τη ζωή.

«Οι γονείς μου είναι από την Αμισό, τη Σαμψούντα. Η γυναίκα μου είναι Τραπεζουνταία», εξηγείται. «Ολοι πρόσφυγες ήμασταν, ποιος άλλος θα ερχόταν εδώ πάνω;». Μαζί τους και ο 38χρονος Χρήστος Αζαριάδης, το τελευταίο μωρό που έζησε για 2,5 χρόνια στο χωριό!

Έρχεται κατά καιρούς, φροντίζει τα μελίσσια του πατέρα του, η μητέρα του συμμαζεύει την εκκλησιά. Κάθεσαι κοντά τους και ακούς… Την ησυχία, τις κότες, τα γελάδια, το τρανζίστορ να μουρμουρίζει κάπου στο βάθος, τη μοναδική τους συντροφιά.

Τέρμα σύνορα έφτασες πάλι. Μια ανάσα από τη Βουλγαρία. Αγκαλιά με τη Ροδόπη, τις βελανιδιές, τις καστανιές, τα δάση οξιάς και ερυθρελάτης.

Εκεί όπου το κρύο είναι καθαρό, ολοκληρωτικό, αλύπητο. «Πώς είναι εδώ ο χειμώνας, παππού;», τον ρωτάς. «Άμα είσαι έτοιμος από το φθινόπωρο, καλός είναι».